Το λάθος

Έβγαλε το μισοτσακισμένο τσιγάρο
απ’ την τσέπη του σακακιού του.
Το έφερε αργά στο στόμα
και ακόμη πιο νωχελικά το άναψε.
Τράβηξε βαθιά την πρώτη τζούρα,
έως ότου τα πνευμόνια του γέμισαν πίσσα.
Ύστερα έκανε μια δεύτερη
και ακολούθησαν άλλες πολλές…

Στο αμάξι απλώθηκε πυκνός καπνός.
H νικοτίνη εύφλεκτο υλικό
για το ταραγμένο μυαλό του.
Ρίγη φευγαλέας έκστασης τον διαπέρασαν.
Ευφάνταστα, αισιόδοξα σενάρια
ξεχείλιζε το μεδούλι του.
Ένα αδιάκοπο, συρτό γέλιο
κυρίευσε το κορμί του.

Μόλις είχαν δοκιμάσει την οργή του,
την οργή ενός υπομονετικού ανθρώπου.
Ποτέ δεν είχε προκαλέσει κανέναν.
Ποτέ δεν είχε πειράξει κανέναν.
Μέχρι που τον ενόχλησαν ανεπανόρθωτα.
Η εκδίκησή του απέβη μοιραία.
Ούτε ικανοποίηση ούτε ανακούφιση ένιωθε,
δεν τού περίσσευε καθόλου κουράγιο.

Η επήρεια του τσιγάρου εξασθένησε.
Ο πονοκέφαλος έγινε πιο έντονος από πριν.
Τώρα καθόταν κενός μπρος στο τιμόνι
ν’ αγναντεύει στο πουθενά έξω απ’ το τζάμι,
να συλλογίζεται τι πραγματικά συνέβη.
Οι σειρήνες των περιπολικών τον πλησίαζαν.
Δεν αποπειράθηκε να αποδράσει.
Ήταν έτοιμος να πληρώσει το λάθος του!