Λένε πως σαράντα είναι τα κύματα που πρέπει να περάσει κάποιος για να ελευθερωθεί από τα μάγια…
Σε θάλασσες φουρτουνιασμένες της ζωής τα δικά μου κύματα… Πελώρια ορθώθηκαν μπροστά μου και πώς να τα περάσω; Τα μετρώ, ένα, δύο, τρία, και τα προσπερνώ. Το ένα ψηλότερο και πιο άγριο από το άλλο. Μα πότε θα φτάσω στα σαράντα;
Λένε πως για να είναι κάποιος ευτυχισμένος πρέπει να πονέσει πρώτα…
Κι εγώ πονώ. Ματώνω μέσα μου. Χάνομαι μέρα με την ημέρα, όλο και βουλιάζω σε νερά απύθμενα, σκοτεινά. Όμως προσπαθώ, τ’ ορκίζομαι πως προσπαθώ, να κρατηθώ στην επιφάνεια! Με νύχια και με δόντια. Δε θέλω να βουλιάξω, δε θέλω να χαθώ στο άγνωστο.
Μα δεν εξαρτάται από μένα. Κάθε μέρα είναι σαν να χάνω ένα κομμάτι του εαυτού μου. Σαν τα φθινοπωρινά τα φύλλα πέφτουν μια μια οι αντιστάσεις μου. Κι ολοένα βυθίζομαι. Στο βαθύ απέραντο σκοτάδι.