Ο Ευτύχης και ο Κοσμάς ήταν αδέλφια αλλά δεν έμοιαζαν σε τίποτα μεταξύ τους. Όταν πέθανε ο πατέρας τους, ο Ευτύχης ήταν δεκαοκτώ χρονών και ο Κοσμάς κόντευε τα δέκα. Έτσι, αφού τελείωσε τη θητεία του, έπρεπε να δουλέψει για να συντηρήσει τη μητέρα του και τον αδερφό του. Ήταν πια το αφεντικό του σπιτιού και ήθελε να έχει τον πρώτο λόγο σε όλα. Αυτό δεν άρεσε στον Κοσμά αλλά το υπέμενε εφόσον δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Η μητέρα τους προσπαθούσε να κρατάει τα παιδιά της μονοιασμένα αλλά τις περισσότερες φορές δεν τα κατάφερνε. Ο Ευτύχης θεωρούσε πως αν δεν υπήρχε ο Κοσμάς δεν θα ήταν αναγκασμένος να διακόψει τις σπουδές του, κι ο Κοσμάς πως αν ζούσε ο πατέρας του θα ήταν πολύ καλύτερη η ζωή του. Η μόνη του παρηγοριά και χαρά σ΄ όλη αυτή την κατάσταση ήταν η γειτονοπούλα τους η Μαίρη. Ήθελε να βρίσκεται καθημερινά κοντά της και να παίζει μαζί της τα παιχνίδια που της άρεσαν. «Όταν μεγαλώσω θα σε παντρευτώ», της είχε πει κάποια μέρα, κι εκείνη έσκυψε και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Περνώντας τα χρόνια τα δυο παιδιά είχαν απομακρυνθεί το ένα απ’ το άλλο. Ο Κοσμάς όμως δεν την είχε βγάλει απ’ την καρδιά του. Παράλληλα με τις σπουδές του, προσπαθούσε να βρει μια δουλειά για να την ζητήσει επίσημα από τον αδερφό της, τον πρόλαβε όμως ο Ευτύχης κι αυτό ήταν για τον Κοσμά η μεγαλύτερη δυστυχία. «Γιατί δεν της το είχα πει νωρίτερα… γιατί;» αναρωτιόταν αλλά ήταν πια αργά…